οξυδέρκεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- οξυδέρκεια < οξυδερκής < αρχαία ελληνική ὀξυδερκής < ὀξύς + δέρκομαι ("βλέπω")
Επίθετο [
]
οξυδέρκεια
Μεταφράσεις [
]
οξυδέρκεια