οξύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική οξύς οξεία οξύ
γενική οξύ
οξέος
οξείας οξέος
οξύ
αιτιατική οξύ οξεία οξύ
κλητική οξύ οξεία οξύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οξείς οξείες οξέα
γενική οξέων οξειών οξέων
αιτιατική οξείς οξείες οξέα
κλητική οξείς οξείες οξέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οξύς < αρχαία ελληνική ὀξύς

Open book 01.svg Επίθετο[]

οξύς, -εία, -ύ

  1. που στην άκρη του είναι μυτερός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αιχμηρός. μυτερός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αμβλύς
  2. που η έντασή του είναι μεγάλη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διαπεραστικός, δριμύς, δυνατός, έντονος, σφοδρός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδυνατισμένος, αμβλύς, άτονος, εξασθενημένος, χαλαρός
  3. πικρόχολος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]