γωνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γωνία | γωνίες |
| γενική | γωνίας | γωνιών |
| αιτιατική | γωνία | γωνίες |
| κλητική | γωνία | γωνίες |
[
]
Ετυμολογία
- γωνία < αρχαία ελληνική γωνία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γωνία θηλυκό και γωνιά θηλυκό
- (γεωμετρία) ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
- οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία
- το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι
- υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου
- το ακριανό μέρος ενός χώρου
- βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου
- το ακριανό μέρος ενός ψωμιού
- όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: