οπορτουνισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπορτουνισμός οπορτουνισμοί
γενική οπορτουνισμού οπορτουνισμών
αιτιατική οπορτουνισμό οπορτουνισμούς
κλητική οπορτουνισμέ οπορτουνισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οπορτουνισμός < γαλλική opportunisme < opportun (πρόσφορος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οπορτουνισμός αρσενικό

  1. τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά ελατήρια κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή
  2. ελιγμός και η αξιοποίηση συγκυριών κάθε είδους προκειμένου να επιτευχθούν προσωπικά συμφέροντα
  3. συμμόρφωση προς την αστική νομιμότητα (με μαρξιστικούς όρους), άρα η εγκατάλειψη της επανάστασης (με μαρξιστικούς όρους)

32πχ Μεταφράσεις[]