ορδή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ορδή | ορδές |
| γενική | ορδής | ορδών |
| αιτιατική | ορδή | ορδές |
| κλητική | ορδή | ορδές |
[
]
Ετυμολογία
- ορδή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ορδή θηλυκό