πασχαλιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πασχαλιά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πασχαλιά θηλυκό
- (βοτανική) καλλωπιστικό και φαρμακευτικό φυτό (syringa vulgaris) του οποίου τα άνθη σχηματίζουν ταξιανθίες και ανθίζει την άνοιξη