άνοιξη

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική άνοιξη άνοιξες
Γενική άνοιξης
-
Αιτιατική άνοιξη άνοιξες
Κλητική άνοιξη άνοιξες

Ετυμολογία

άνοιξη < αρχαία ελληνική ἄνοιξις

Ουσιαστικό

άνοιξη θηλυκό

  1. μία από τις τέσσερις εποχές του έτους.

Συγγενικές λέξεις

Συνώνυμα


Δείτε επίσης


Μεταφράσεις