άνοιξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνοιξη | άνοιξες |
| Γενική | άνοιξης |
|
| Αιτιατική | άνοιξη | άνοιξες |
| Κλητική | άνοιξη | άνοιξες |
Ετυμολογία
- άνοιξη < αρχαία ελληνική ἄνοιξις
Ουσιαστικό
άνοιξη θηλυκό
- μία από τις τέσσερις εποχές του έτους.

