καλοκαίρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καλοκαίρι | καλοκαίρια |
| γενική | καλοκαιριού | καλοκαιριών |
| αιτιατική | καλοκαίρι | καλοκαίρια |
| κλητική | καλοκαίρι | καλοκαίρια |
[
]
Ετυμολογία
- καλοκαίρι < υποκοριστικό από το καλόκαιρος : καλός + καιρός
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.lɔ.ˈcɛ.ɾi/
[
]
Ουσιαστικό
καλοκαίρι ουδέτερο
- μία από τις εποχές του έτους, η οποία διαρκεί από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο
- (μεταφορικά) ο καλός καιρός, η καλοκαιρία
- σήμερα είναι καλοκαίρι, ο καιρός είναι θαυμάσιος
[
]
- καλοκαιράκι
- καλοκαιρία
- καλοκαιρινός
- καλοκαιριάζει
- καλοκαιριάτικος
- καλοκαιρινά
- καλοκαιριάτικα
- καλοκαιρία
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
καλοκαίρι
|
|