έτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | έτος | έτη |
| γενική | έτους | ετών |
| αιτιατική | έτος | έτη |
| κλητική | έτος | έτη |
Ετυμολογία [
]
- έτος < αρχαία ελληνική ἔτος
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
έτος ουδέτερο
- χρονική περίοδος κατά την οποία η γη συμπληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο
- χρονική περίοδος αντίστοιχη με το χρόνο περιφοράς της γης γύρω από τον ήλιο· ισοδυναμεί με 12 μήνες ή 365 μέρες, όμως καθορίζεται συμβατικά από τις ανθρώπινες κοινωνίες και κατά καιρούς διαφέρει
- σεληνιακό έτος, δίσεκτο έτος
- χρονική περίοδος που σχετίζεται με έναν ετήσιο κύκλο ανθρώπινων δραστηριοτήτων
- οικονομικό έτος, σχολικό έτος, ακαδημαϊκό έτος
Συνώνυμα [
]
[
]
Σύνθετα [
]
- επετειακός
- επέτειος
- μονοετής, διετής, τριετής κ.λπ.