μήνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μήνας | μήνες |
| Γενική | μήνα | μηνών |
| Αιτιατική | μήνα | μήνες |
| Κλητική | μήνα | μήνες |
Ετυμολογία
- μήνας < αρχαία ελληνική μήν < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mēnō-. Βλέπε και λατινικό mensis, πρωτογερμανικό *mēnan-, αγγλικά moon, month
Προφορά
Ουσιαστικό
μήνας αρσενικό
- περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.
- Καλό μήνα! : ευχή που κάνουμε την πρώτη του κάθε μηνός.
Εκφράσεις
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης
- Ιανουάριος, Γενάρης
- Φεβρουάριος, Φλεβάρης
- Μάρτιος, Μάρτης
- Απρίλιος, Απρίλης
- Μάιος, Μάης
- Ιούνιος, Ιούνης
- Ιούλιος, Ιούλης
- Αύγουστος
- Σεπτέμβριος, Σεπτέμβρης
- Οκτώβριος, Οκτώβρης, Οχτώβρης
- Νοέμβριος, Νοέμβρης
- Δεκέμβριος, Δεκέμβρης