μηνίσκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μηνίσκος | μηνίσκοι |
| γενική | μηνίσκου | μηνίσκων |
| αιτιατική | μηνίσκο | μηνίσκους |
| κλητική | μηνίσκε | μηνίσκοι |
Ετυμολογία [
]
- μηνίσκος < αρχαία ελληνική μηνίσκος < υποκοριστικό του Μήνη
Ουσιαστικό [
]
μηνίσκος αρσενικό
- το σχήμα του μισοφέγγαρου
- χόνδρος σε σχήμα μηνίσκου που βρίσκεται μεταξύ των δύο οστών μιας άρθρωσης
