μηνίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηνίσκος μηνίσκοι
γενική μηνίσκου μηνίσκων
αιτιατική μηνίσκο μηνίσκους
κλητική μηνίσκε μηνίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μηνίσκος < αρχαία ελληνική μηνίσκος < υποκοριστικό του Μήνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μηνίσκος (σχήμα)

μηνίσκος αρσενικό

  1. το σχήμα του μισοφέγγαρου
  2. χόνδρος σε σχήμα μηνίσκου που βρίσκεται μεταξύ των δύο οστών μιας άρθρωσης

32πχ Μεταφράσεις[]