πειρατεία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πειρατεία | πειρατείες |
| Γενική | πειρατείας | πειρατειών |
| Αιτιατική | πειρατεία | πειρατείες |
| Κλητική | πειρατεία | πειρατείες |
Ετυμολογία
- πειρατεία < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
πειρατεία θηλυκό
- η πράξη της κλοπής όταν συμβαίνει στη θάλασσα
- η αντιγραφή και διανομή μέσω του διαδικτύου ή με φυσικά μέσα αρχείων και προγραμμάτων, χωρίς άδεια, συνήθως σε μηδενική ή υπερβολικά χαμηλή τιμή
- Η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική βιομηχανία, είπε ο Τάκης και αντέγραψε το CD
- η χρησιμοποίηση ή αναπαραγωγή της εργασίας κάποιου ατόμου χωρίς την έγκρισή του