πενικιλίνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πενικιλίνη < γαλλική pénicilline < νεολατινικό penicillium.
- Στην καθαρεύουσα: πενικιλλίνη.
[
]
Ουσιαστικό
πενικιλίνη θηλυκό
- Είδος αντιβιοτικού. Ανακαλύφτηκε από τον Σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ το 1928.
Αναπαράσταση του μορίου της πενικιλίνης
[
]
Μεταφράσεις
πενικιλίνη