προϋπολογισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προϋπολογισμός | προϋπολογισμοί |
| γενική | προϋπολογισμού | προϋπολογισμών |
| αιτιατική | προϋπολογισμό | προϋπολογισμούς |
| κλητική | προϋπολογισμέ | προϋπολογισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- προϋπολογισμός < προ- + υπολογισμός
[
]
Ουσιαστικό
προϋπολογισμός αρσενικό
- η καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένεται να έχουμε στο άμεσο μέλλον
- η εκτίμηση της δυνατότητας που έχει μια οικονομική μονάδα (οικογένεια, επιχείρηση κλπ) να προχωρήσει σε κάποια έξοδα