προϋπολογισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προϋπολογισμός προϋπολογισμοί
γενική προϋπολογισμού προϋπολογισμών
αιτιατική προϋπολογισμό προϋπολογισμούς
κλητική προϋπολογισμέ προϋπολογισμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

προϋπολογισμός < προ- + υπολογισμός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

προϋπολογισμός αρσενικό

  1. η καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένεται να έχουμε στο άμεσο μέλλον
  2. η εκτίμηση της δυνατότητας που έχει μια οικονομική μονάδα (οικογένεια, επιχείρηση κλπ) να προχωρήσει σε κάποια έξοδα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες