σανδάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σανδάλι σανδάλια
γενική σανδαλιού σανδαλιών
αιτιατική σανδάλι σανδάλια
κλητική σανδάλι σανδάλια
τρία είδη σανδαλιών

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σανδάλι < αρχαία ελληνική σανδάλιον < σάνδαλον + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σανδάλι και σαντάλι ουδέτερο

  1. υπόδημα που αποτελείται από επίπεδο λεπτό πέλμα το οποίο δένεται στο πόδι με κορδόνια ή λεπτές λωρίδες δέρματος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη