σανδάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σανδάλι | σανδάλια |
| γενική | σανδαλιού | σανδαλιών |
| αιτιατική | σανδάλι | σανδάλια |
| κλητική | σανδάλι | σανδάλια |
[
]
Ετυμολογία
- σανδάλι < αρχαία ελληνική σανδάλιον < σάνδαλον + κατάληξη υποκοριστικού -ιον
[
]
Ουσιαστικό
σανδάλι και σαντάλι ουδέτερο
- υπόδημα που αποτελείται από επίπεδο λεπτό πέλμα το οποίο δένεται στο πόδι με κορδόνια ή λεπτές λωρίδες δέρματος