σκάφη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάφη σκάφες
γενική σκάφης
αιτιατική σκάφη σκάφες
κλητική σκάφη σκάφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκάφη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκάφη θηλυκό

  1. μεγάλο ξύλινο ανοιχτό δοχείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το πλύσιμο των ρούχων

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[]

σκάφη ουδέτερο

  1. σκάφος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού