σκηνοθεσία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκηνοθεσία | σκηνοθεσίες |
| γενική | σκηνοθεσίας | σκηνοθεσιών |
| αιτιατική | σκηνοθεσία | σκηνοθεσίες |
| κλητική | σκηνοθεσία | σκηνοθεσίες |
[
]
Ετυμολογία
- σκηνοθεσία < από το σκηνοθέτης
[
]
Ουσιαστικό
σκηνοθεσία θηλυκό
- (θέατρο:) η σκηνική διδασκαλία ενός θεατρικού έργου και η καλλιτεχνική ευθύνη του ανεβάσματος μιας παράστασης
- Η τέχνη της σκηνικής διδασκαλίας και αφήγησης
- Η σκηνοθεσία του έργου ήταν λιτή αλλά με άποψη.
- (κινηματογράφος:) η καλλιτεχνική ευθύνη γυρίσματος κινηματογραφικής ταινίας
- η τέχνη της κινηματογραφικής αφήγησης
- Η ταινία απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας.
- (τηλεόραση:) η τηλεσκηνοθεσία, η διεύθυνση γυρίσματος τηλεοπτικού προγράμματος ή τηλεοπτικής ταινίας
- η τέχνη της τηλεοπτικής κάλυψης ή δημιουργίας
- (μεταφορικά:) λεπτομερώς μελετημένη και εκτελεσμένη πλεκτάνη ή παραπλάνηση