σταδία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σταδία | σταδίες |
| γενική | σταδίας | σταδιών |
| αιτιατική | σταδία | σταδίες |
| κλητική | σταδία | σταδίες |
[
]
Ετυμολογία
- σταδία < γαλλική stadia < αρχαία ελληνική στάδιος < στάδην
[
]
Ουσιαστικό
σταδία θηλυκό
- ίσιο όργανο, με ενδείξεις, που χρησιμοποιείται για να μπορούν να υπολογίζονται αποστάσεις μέσω ενός σταδιόμετρου
[
]
Μεταφράσεις
σταδία
|