σταυροφορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταυροφορία σταυροφορίες
γενική σταυροφορίας σταυροφοριών
αιτιατική σταυροφορία σταυροφορίες
κλητική σταυροφορία σταυροφορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σταυροφορία < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sta.vɾɔ.fɔ.ˈɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σταυροφορία θηλυκό

  1. στρατιωτική επιχείρηση, κατά το Μεσαίωνα, που συγκέντρωνε πολλές χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδων ιπποτών και άλλων οπλιτών, με σκοπό την απελευθέρωση των ιερών τόπων του χριστιανισμού από τους μουσουλμάνους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]