συνάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνάγω < αρχαία ελληνική συνάγω

Open book 01.svg Ρήμα[]

συνάγω

  1. συγκεντρώνω, μαζεύω
  2. (για συμπέρασμα) βγάζω, εξάγω (αφού μάζεψα όλα τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]