συνάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνάγω < αρχαία ελληνική συνάγω

Open book 01.svg Ρήμα[]

συνάγω

  1. συγκεντρώνω
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω
  3. συνδέω, συνενώνω
  4. (για συμπέρασμα) βγάζω, εξάγω (αφού μάζεψα όλα τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό), προκύπτει
    συνάγεται το συμπέρασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]