ταραμοσαλάτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
Είδος σαλάτας ή ορεκτικού. Τρώγεται με συνοδεία ψωμιού. Κεντρικό συστατικό της είναι ο ταραμάς.
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ταραμοσαλάτα | ταραμοσαλάτες |
| γενική | ταραμοσαλάτας | ταραμοσαλατών |
| αιτιατική | ταραμοσαλάτα | ταραμοσαλάτες |
| κλητική | ταραμοσαλάτα | ταραμοσαλάτες |
[
]
Ετυμολογία
- ταραμοσαλάτα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ταραμοσαλάτα θηλυκό
- φαγητό με κρεμώδη υφή που καταναλώνεται κυρίως στην Ελλάδα και στην Τουρκία με βασικό συστατικό τον ταραμά
[
]
Δείτε επίσης
- ταραμοσαλάτα στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
ταραμοσαλάτα