τομεύς
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
τομεύς
<
αρχαία ελληνική
τομεύς
Ουσιαστικό
τομεύς
αρσενικό
(καθαρεύουσα)
τομέας
Κατηγορίες
:
Ελληνική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (ελληνικά)
|
Ουσιαστικά της καθαρεύουσας
|
Λέξεις της καθαρεύουσας
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Αναζήτηση
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Français