τσολιάς
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσολιάς | τσολιάδες |
| γενική | τσολιά | τσολιάδων |
| αιτιατική | τσολιά | τσολιάδες |
| κλητική | τσολιά | τσολιάδες |
[
]
Ετυμολογία
- τσολιάς < → Η ετυμολογία λείπει.
===
Ουσιαστικό ===Η λέξη τσολιάς προέρχεται από την Τούρκικη λέξη “cul”=τσόλι(το) ουσ. φθαρμένο χαλί ή ρούχο | (μτφ. για πρόσ. ως προσβλητικός χαρακτηρισμός)βρωμιάρης, κουρελής, τιποτένιος, πρόστυχος (είναι ο περιπαικτικός χαρακτηρισμός των Τούρκων, προς τους Έλληνες πολεμιστές, με σκοπό να υποβιβάσουν την αξία της καθαρότητος και εντιμότητάς τους. τσολιάς αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|
|}