υπομονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπομονή υπομονές
γενική υπομονής υπομονών
αιτιατική υπομονή υπομονές
κλητική υπομονή υπομονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπομονή < αρχαία ελληνική ὑπομονή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπομονή θηλυκό μόνο στον ενικό

  • (για πρόσωπα ή ζώα) η ικανότητα του να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη πριν ενεργήσει
    η γάτα κάθεται και κοιτάζει την τρύπα του ποντικιού ώρες αμέτρητες με απέραντη υπομονή
    ας μην πάρουμε βιαστικές αποφάσεις για τη δομή του έργου πριν έχουμε τις σχετικές πληροφορίες, ας κάνουμε λίγη υπομονή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]