φλέβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλέβα φλέβες
γενική φλέβας φλεβών
αιτιατική φλέβα φλέβες
κλητική φλέβα φλέβες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φλέβα < αρχαία ελληνική φλέψ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φλέβα θηλυκό

  1. αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά
    Ήταν τόσο έντονη η προσπάθειά του, ώστε είχαν πεταχτεί όλες οι φλέβες του.
  2. πλούσιο κοίτασμα ορυκτού ή μετάλλου· κάθε ακανόνιστη διείσδυση ορυκτού ή μετάλλου σε περιβάλλοντα πετρώματα. (βλ. και εδώ)
    Οι χρυσοθήρες έπεσαν πάνω σε μια γερή φλέβα χρυσού.
  3. (μεταφορικά) το ποιητικό, λογοτεχνικό ταλέντο, η ποιητική ιδιοσυγκρασία
    αξιόλογη ποιητική φλέβα, ιδιαίτερη σατιρική φλέβα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες