φουστάνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φουστάνι | φουστάνια |
| γενική | φουστανιού | φουστανιών |
| αιτιατική | φουστάνι | φουστάνια |
| κλητική | φουστάνι | φουστάνια |
[
]
Ετυμολογία
- φουστάνι < από τη μεσαιωνική λέξη φουστάνι < από το βενετσιάνικο fustagno < από το λατινικό fustaneum < από τη λατινική λέξη fustis (ξύλο) που χρησιμοποιήσαν οι Λατίνοι για να μεταφράσουν κατά λέξη την ελληνιστική λέξη ξύλινο για το βαμβακερό ύφασμα < υπάρχει επίσης η ερμηνεία ότι η λέξη ίσως προέρχεται από την τότε αιγυπτιακή πρωτεύουσα Fustat (σημερινό Fostat, έξω από το Κάιρο) όπου υφαινόταν ένα ειδικό ύφασμα
[
]
Ουσιαστικό
φουστάνι ουδέτερο
- λαϊκή λέξη για το φόρεμα