χιονοστιβάδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χιονοστιβάδα | χιονοστιβάδες |
| γενική | χιονοστιβάδας | χιονοστιβάδων |
| αιτιατική | χιονοστιβάδα | χιονοστιβάδες |
| κλητική | χιονοστιβάδα | χιονοστιβάδες |
[
]
Ετυμολογία
- χιονοστιβάδα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
χιονοστιβάδα θηλυκό
- το φαινόμενο της ολίσθησης μεγάλης μάζας χιονιού από την πλαγιά ενός βουνού και συμπαρασύρει ότι βρεθεί στη διαδρομή
- το σύνολο της μάζας του χιονιού που περιλαμβάνεται σε αυτό το φαινόμενο
- (μεταφορικά) φαινόμενο ή κατάσταση η οποία προκαλεί μεγάλες αλλαγές και συνήθως έχει και παράπλευρες επιπτώσεις