χρησμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρησμός χρησμοί
γενική χρησμού χρησμών
αιτιατική χρησμό χρησμούς
κλητική χρησμέ χρησμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χρησμός < αρχαία ελληνική χρησμός (αυτό που αποκρίνεται ή ανακοινώνει το μαντείο, το αποτέλεσμα της μαντείας) < χράω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χρησμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]