ωροσκόπιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ωροσκόπιο | ωροσκόπια |
| γενική | ωροσκοπίου | ωροσκοπίων |
| αιτιατική | ωροσκόπιο | ωροσκόπια |
| κλητική | ωροσκόπιο | ωροσκόπια |
[
]
Ετυμολογία
- ωροσκόπιο < ελληνιστική κοινή ὡροσκόπιον και σημασιολογικό δάνειο από γαλλική horoscope
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɔ.ɾɔ.ˈskɔ.pi.ɔ/
[
]
Ουσιαστικό
ωροσκόπιο ουδέτερο
- διάγραμμα του ουρανού με τη θέση του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών μία ορισμένη στιγμή (λ.χ. της γέννησης κάποιου) το οποίο χρησιμοποιείται για την αστρολογική πρόβλεψη του μέλλοντος και την περιγραφή του χαρακτήρα του ατόμου