abdykacja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική abdykacja abdykacje
γενική abdykacji abdykacji(/abdykacyj)
δοτική abdykacji abdykacjom
αιτιατική abdykac abdykacje
οργανική abdykac abdykacjami
τοπική abdykacji abdykacjach
κλητική abdykacjo abdykacje

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

abdykacja < λατινική, abdicatio

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

abdykacja 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

abdykacja (pl) θηλυκό

  1. η παραίτηση, η αποχώρηση από μια θέση