aborcja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική aborcja aborcje
γενική aborcji aborcji(/aborcyj)
δοτική aborcji aborcjom
αιτιατική aborc aborcje
οργανική aborc aborcjami
τοπική aborcji aborcjach
κλητική aborcjo aborcje

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

aborcja < αγγλική abortion

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

aborcja (pl) θηλυκό

  1. η άμβλωση, η έκτρωση

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]