absorpcja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική absorpcja absorpcje
γενική absorpcji absorpcji(/absorpcyj)
δοτική absorpcji absorpcjom
αιτιατική absorpc absorpcje
οργανική absorpc absorpcjami
τοπική absorpcji absorpcjach
κλητική absorpcjo absorpcje

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

absorpcja (pl) θηλυκό

  1. (φυσική), (χημεία), (κοινά) η απορρόφηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]