cache
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- cache < cacher
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cache | caches |
cache (fr) θηλυκό
- (παρωχημένο) η κρυψώνα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Ετυμολογία
- cache < cacher
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cache | caches |
cache (fr) αρσενικό
- στη φωτογραφία ή στο σινεμά, το κας
- (κατ' επέκταση) κάθε αντικείμενο που κρύβει ένα μέρος μιας επιφάνειας ώστε να επιτρέπει μια εργασία πάνω στην επιφάνεια που παραμένει εμφανής
[
]
Ετυμολογία
- cache < αγγλική
[
]
Επίθετο
cache (fr)
- (πληροφορική) λανθάνων
- mémoire cache - λανθάνουσα μνήμη