cauză
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
cauză
(ro)
θηλυκό
η
αιτία
Κλίση
[
]
κλίση του
cauză
ενικός
πληθυντικός
αόριστη άρθρωση
οριστική άρθρωση
αόριστη άρθρωση
οριστική άρθρωση
ονομαστική
o
cauză
cauza
nişte
cauze
cauzele
γενική
a unei
cauze
cauzei
a unor
cauze
cauzelor
δοτική
unei
cauze
cauzei
unor
cauze
cauzelor
αιτιατική
o
cauză
cauza
nişte
cauze
cauzele
κλητική
—
-
—
-
Κατηγορίες
:
Ρουμανική γλώσσα
Ουσιαστικά (ρουμανικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Suomi
Français
Magyar
ລາວ
Lietuvių
Malagasy