coucher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ku.ʃe/

[] Open book 01.svg Ρήμα

coucher  (fr)

  1. (μεταβατικό) ξαπλώνω, στρώνω
    coucher ses idées sur le papier - στρώνω (= καταγράφω) τις ιδέες μου στο χαρτί
  2. (αμετάβατο) (οικείο) κοιμάμαι
    il a couché dehors - ξενοκοιμήθηκε
  3. (αμετάβατο) (αργκό) συνουσιάζομαι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
coucher couchers

coucher  (fr) αρσενικό

  1. το ξάπλωμα για ύπνο
    c'est l'heure du coucher - ώρα για ύπνο
    le coucher du roi - τελετή που γινόταν πριν να κοιμηθεί ο βασιλιάς (Γαλλία)
  2. η διανυκτέρευση
  3. η δύση ενός άστρου
    coucher de soleil, coucher du soleil - η δύση του Ήλιου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: couchant, crépuscule

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες