- αγγλικά : king (en)
- Παλαιο Αγγλικά: cyning αρσενικό
- αραβικά : مَلِكٌ (ar) (malik)
- βιετναμικά : Vua (vi) , Vương [王]
- βρετονικά : roue (br) αρσενικό rouaned / -ed (1,2,3)
- γαλλικά : roi (fr) αρσενικό (1, 2, 3)
- γερμανικά : König (de) αρσενικό (1, 2, 3) ()
- δανικά : konge (da)
- εβραϊκά : מלך (he) αρσενικό
- εσπεράντο : reĝo (eo)
- ιαπωνικά : 国王 (ja) (こくおう, kokuō), 王様 (おうさま, ōsama), 王 (おう, ō)
- ινδονησιακά : raja (id)
- ιντερλίνγκουα : rege (ia)
- ιρλανδικά γαελικά : Rí (ga) αρσενικό (4)
- ισπανικά : rey (es) αρσενικό
- ιταλικά : re (it) αρσενικό (1, 2, 3)
- καταλανικά : rei (ca) αρσενικό
- κινεζικά : 国王 (zh) (guowang)
- κορεατικά : 임금 (ko) (imgeum), 왕 [王] (wang)
|
|
- λατινικά : rex (la) αρσενικό
- λεττονικά : karalius (lv) αρσενικό
- Μαντσού: (wang)
- μογγολικά : хан (mn) (khan)
- νοβιάλ : rego
- νορβηγικά : konge (no)
- ολλανδικά : koning (nl) αρσενικό (1,2,3), heer αρσενικό (3)
- ουαλικά : brenin (cy)
- ουκρανικά : király (uk)
- περσικά : شاه (fa) (šāh), پادِشاه (pādešāh)
- πολωνικά : król (pl) αρσενικό (1, 3)
- πορτογαλικά : rei (pt) αρσενικό
- ρουμανικά : rege (ro) (1,2), popă (3)
- ρωσικά : король (ru) (korol')
- σλοβακικά : kráľ (sk) αρσενικό
- σλοβενικά : kralj (sl) αρσενικό (1, 2, 3)
- σουηδικά : kung (sv) κοινό (1, 2, 3)
- σουαχίλι : mfalme (sw)
- τουρκικά : kral (tr) (1), şah (2), papaz (3)
- τσεχικά : král (cs) αρσενικό
- φινλανδικά : kuningas (fi) (1, 2, 3)
- βολαπούκ : reg (vo) , hireg
|