glare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

glare (en)

  1. (at somenone) αγριοκοιτάζω, κοιτάζω με θυμό
    he was glaring at me
  2. λάμπω πολύ δυνατά και δυσάρεστα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

glare (en)

  • πολύ δυνατή, δυσάρεστη λάμψη