άγριος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | άγριος | άγρια | άγριο |
| γενική | άγριου | άγριας | άγριου |
| αιτιατική | άγριο | άγρια | άγριο |
| κλητική | άγριε | άγρια | άγριο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | άγριοι | άγριες | άγρια |
| γενική | άγριων | άγριων | άγριων |
| αιτιατική | άγριους | άγριες | άγρια |
| κλητική | άγριοι | άγριες | άγρια |
Ετυμολογία [
]
- άγριος < αρχαία ελληνική ἄγριος < άγρός· αυτός που ζει και αναπτύσσεται στους αγρούς
Προφορά[
]
Επίθετο [
]
άγριος, -α, -ο
- (για ζώα και φυτά) που ζει ελεύθερος στη φύση, δεν έχει εξημερωθεί από τον άνθρωπο
- Τα άγρια ζώα δεν είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.
- (για λαούς) που δεν έχει ανεπτυγμένο τεχνικό πολιτισμό
- σκληρός, επιθετικός
- άγριο βλέμμα
- ανυπότακτος
- Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους (από το λήμμα Λαζοί της Βικιπαίδειας)
- δύσκολος να αντιμετωπιστεί, αφιλόξενος
- η Άγρια Δύση, άγρια δάση, άγρια καταιγίδα
- πολύ έντονος
- το άγριο ποδοβολητό του οινοπνεύματος στις φλέβες ή ο άγριος βήχας αφυπνίζουν τα σπλάχνα (Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορίες του βλέμματος, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 9-7-2000)
- τραχύς
- τρίψε με γυαλόχαρτο τον τοίχο να γίνει λιγότερο άγριος