id
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
id (en)
- (ψυχανάλυση) το αυτό
[
]
Συντομομορφή
- συντομογραφία για το idem, ό.π.: σε υποσημειώσεις χρησιμοποιείται ως βιβλιογραφική αναφορά σε τίτλο που προαναφέρθηκε
[
]
Συνώνυμα
[
]
Λατινικά (la)
[
]
Αντωνυμία
id (la)
- ουδέτερο της προσωπικής αντωνυμίας is