naissance
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- naissance < naître
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| naissance | naissances |
naissance (fr) θηλυκό
- η γέννηση
- (μεταφορικά) η αρχή
- (μεταφορικά) η δημιουργία