plotka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική plotka plotki
γενική plotki plotek
δοτική plotce plotkom
αιτιατική plot plotki
οργανική plot plotkami
τοπική plotce plotkach
κλητική plotko plotki

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈplɔtka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

plotka (pl) θηλυκό

  1. το κουτσομπολιό ( φήμη, διάδοση, ιστορία που είναι πολλές φορές ψεύτικη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]