taille
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- taille < tailler
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| taille | tailles |
taille (fr) θηλυκό
- η μέση (του σώματος)
- το ανάστημα
- είδος φόρου, κατά το Μεσαίωνα
- το μέγεθος
- το παράστημα
- η κοπή, το κόψιμο