Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γκουζελσεκερτζίογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Γκουζελσεκερτζίογλου οι Γκουζελσεκερτζίογλοι
& Γκουζελσεκερτζιογλαίοι
οι Γκουζελσεκερτζίογλου
      γενική του/της Γκουζελσεκερτζίογλου των Γκουζελσεκερτζίογλων
& Γκουζελσεκερτζιογλαίων
των Γκουζελσεκερτζίογλου
    αιτιατική τον/την Γκουζελσεκερτζίογλου τους Γκουζελσεκερτζίογλους
& Γκουζελσεκερτζιογλαίους
τους/τις Γκουζελσεκερτζίογλου
     κλητική Γκουζελσεκερτζίογλου Γκουζελσεκερτζίογλοι
& Γκουζελσεκερτζιογλαίοι
Γκουζελσεκερτζίογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Γκουζελσεκερτζίογλου < προέλευσης από την τουρκική . Μορφολογικά αναλύεται σε güzel (όμορφος) / Güzel (γυναικείο όνομα, επώνυμο) + şekerci (ζαχαροπλάστης) / Şekerci (επώνυμο· ελλ. επών.: Σεκερτζής) + -oğlu (-ογλου). Ενδεχομένως από γυναικείο ονοματεπώνυμο «Güzel Şekercioğlu (Σεκερτζίογλου)».

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γκουζελσεκερτζίογλου αρσενικό ή θηλυκό, άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]