Καρπάθιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καρπάθιο < Καρπάθιο πέλαγος με παράλειψη του ουσιαστικού πέλαγος, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου Καρπάθιος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καρπάθιο ουδέτερο
- (πέλαγος) το Καρπάθιο πέλαγος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Καρπάθιο
|
Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος
[επεξεργασία]Καρπάθιο ουδέτερο