Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κλέοβις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κλέοβης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Κλέοβις
      γενική τοῦ Κλεόβῐος
      δοτική τῷ Κλεόβῑ
    αιτιατική τὸν Κλέοβιν
     κλητική ! Κλέοβῐ
3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ο Κλέοβις και ο Βίτων, δείγματα του αρχαϊκού ρυθμού.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κλέοβις < λείπει η ετυμολογία  δείτε τις λέξεις κλέος και βίος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κλέοβις, -ιος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (μυθολογία) ένας από τους δυο υιούς της ιέρειας Κυδίππης μαζί με τον αδελφό του τον Βίτωνα, των οποίων περίπου το 580 π.Χ. ο Αργείος γλύπτης Πολυμήδης έγλυψε τους δύο περίφημους κούρους Κλέοβη και Βίτωνα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 31.4
    ἡ δὲ μήτηρ περιχαρὴς ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστόν ἐστι.
    Και η μητέρα τους γεμάτη χαρά για το έργο και τους επαίνους των παιδιών της, στάθηκε αντίκρυ στο άγαλμα της θεάς και ευχόταν για τον Κλέοβη και το Βίτωνα, τα παιδιά της, που τόσο πολύ την τίμησαν, να τους δώσει η θεά ό,τι καλύτερο μπορεί να τύχει σε άνθρωπο.
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]