αγιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αγιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγιάζομαι, πρτ.: αγιαζόμουν, στ.μέλλ.: θα θα αγιαστώ, αόρ.: αγιάστηκα, μτχ.π.π.: αγιασμένος

  1. με αγιάζουν, π.χ. όταν ο παπάς βουτάει ένα κλωνάρι βασιλικό σε νερό το οποίο έχει αγιάσει και μου βρέχει τα μαλλιά

Κλίση[επεξεργασία]