αιτιώμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιτιώμαι < αρχαία ελληνική αἰτιῶμαι < αἰτιάομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αιτιώμαι (εν χρήση στη νεοελληνική ο ενεστώτας)

  1. επικαλούμαι ως αιτία, αναφέρω τα αίτια που με οδήγησαν σε μια ενέργεια ή επιρρίπτω ευθύνη σε άλλο άτομο
  2. επικαλούμαι ως δικαιολογία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικοί τύποι[επεξεργασία]

  • αιτιώμαι, αιτιάσαι, αιτιάται, αιτιούμεθα, αιτιάσθε αιτιώνται
  • αιτιώμενος (μτχ. ενεστώτα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]