αλυχτώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυχτώ < μεσαιωνική ελληνική αλυχτώ < αρχαία ελληνική ὑλακτῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αλυχτώ

  1. (λαϊκότροπο) γαβγίζω
    συνώνυμα: υλακτώ
  2. (κατ’ επέκταση) (για τα υπόλοιπα ζώα, εκτός του σκύλου) φωνάζω, ουρλιάζω

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]