αποκοιμίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκοιμίζω < από + κοιμίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκοιμίζω

  1. προκαλώ διάθεση για ύπνο, κάνω να κοιμηθεί κάποιος
  2. (μεταφορικά) κάνω κάτι λιγότερο έντονο (συναίσθημα, κ.λπ.)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]