αποκοιμιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκοιμιέμαι < αρχαία ελληνική ἀποκοιμάομαι-ῶμαι < ἀπό + κοιμῶμαι

Ρήμα[επεξεργασία]

αποκοιμιέμαι και αποκοιμάμαι, αποκοιμούμαι

  1. περνώ στην κατάσταση του ύπνου
     συνώνυμα: ναρκώνομαι, κοιμάμαι, με παίρνει ο ύπνος
    Δεν πρόλαβε να οριζοντιωθεί κι αποκοιμήθηκε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. (συνεκδοχικά) σταματώ να ζω
     συνώνυμα: πεθαίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]