αποκοιμιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκοιμιέμαι < αρχαία ελληνική ἀποκοιμάομαι-ῶμαι < ἀπό + κοιμῶμαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκοιμιέμαι και αποκοιμάμαι, αποκοιμούμαι

  1. περνώ στην κατάσταση του ύπνου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ναρκώνομαι, κοιμάμαι, με παίρνει ο ύπνος
  2. (συνεκδοχικά) σταματώ να ζω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πεθαίνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]